Δευτέρα, 10 Δεκεμβρίου 2012

κυκλο-φ-οριακα 732 05.12.2012



            Στην ευθεία για τα Χριστούγεννα. Με τα διάφορα «χωριά του Αη Βασίλη» να ξεφυτρώνουν σαν τα μανιτάρια, απανταχού της ελληνικής επικράτειας και στον Βόλο, βεβαίως-βεβαίως. Κι εγώ που ήξερα τόσα χρόνια ότι το χωριό του Αη Βασίλη ήταν το Ροβανιέμι της Φινλανδίας; Τέλος πάντων, με το καλό να μας έρθουν κι αυτά τα Χριστούγεννα, αφού θα έχουμε ξεπεράσει την 21η Δεκεμβρίου, οπότε και κάποιοι περιμένουν (ή μήπως μας δουλεύουν;) να καταστραφεί ο κόσμος, πράγμα που μάλλον δεν το βλέπω – εσείς;
            Θα λάβουμε, λέει, και το τελευταίο πετσοκομμένο Δώρο Χριστουγέννων στην καριέρα μας και θα το κάνουμε κορνίζα να την κρεμάσουμε στο σαλονάκι. Πανηγύρι στην Αγορά – άσ’ την να περιμένει, ποιος νοιάζεται; τα λεφτά των τοκογλύφων δανειστών πρέπει να είναι διασφαλισμένα στον περιβόητο ειδικό λογαριασμό, Αγορά και Ανεργία ΘΑ ανακάμψουν αργότερα, μετά τις φοβερές και τρομερές νέες ξένες επενδύσεις…
            Καπάκι και το «καινούργιο» (ούτως ή άλλως, κάθε χρόνο καινούργιο είναι) φορολογικό νομοσχέδιο, το οποίο, σε πολύ απλά ελληνικά, με τιμωρεί επειδή απέκτησα (ο βλαξ!!!) τρία (3) παιδιά! Σου λέει, ο σοφός νομοθέτης, τρία παιδιά πρώτον είναι περιουσία (και είναι πράγματι, η καλύτερη περιουσία που μπορεί να έχει ένας άνθρωπος είναι τα παιδιά του) και δεύτερον για να έχεις πάρει προ εικοσαετίας εν γένει μία τέτοια μεγάλη απόφαση πάει να πει πως το φυσάς το παραδάκι για να τα τρέφεις τρία στόματα, άρα έλα να σε φορολογήσω τώρα αγρίως. Κι αν έχεις και παραπάνω, τέσσερα, ας πούμε, τότε είσαι εγκληματίας σκέτος – άντε μη σε βάλω και φυλακή, που διανοήθηκες να κάνεις τέσσερα (4) παιδιά. Για παραπάνω πας κατευθείαν στη γκιλοτίνα, δεν το συζητώ, Βιολέττα με τα έξι σου βλαστάρια!
            Τι ζούμε, Κύριε; Τι είναι αυτοί οι «τεχνοκράτες» του «οικονομικού επιτελείου», τι είναι αυτός ο κύριος Προβόπουλος με τον δεν ξέρω κι εγώ ποιο μηνιαίο μισθό; Ποιοι είναι αυτοί οι λιμοκοντόροι που κινούνται μεταξύ Αθηνών και Βρυξελλών μ’ ένα λάπτοπ υπό μάλης, μέσα απ’ το οποίο διαπραγματεύονται τις ζωές των δικών μας παιδιών; Γιατί δεν τους στέλνουμε από ‘κει πού ‘ρθαν – στο πουθενά, δηλαδή;

            Το ξέρω, δεν είναι πάλι καθόλου κυκλοφοριακά τούτα τα γραφούμενα, είναι αυτά που με στοιχειώνουν κάθε μέρα, κάθε ώρα, περπατάω, οδηγάω και δεν κοιτάζω πια γύρω μου, κοιτάζω μόνο κάτω και μπροστά, μη φάω κανέναν συνάνθρωπο, όπως προχθές, που οδηγούσα ήσυχα κι ωραία κατεβαίνοντας την οδό Επτά Πλατανιών, ακούγοντας, όπως πάντα, 2ο Πρόγραμμα ΕΡΤ και ξαφνικά, στο ύψος του βενζινάδικου, πριν την Παγασών βγαίνει από την λοξή προέκταση της οδού Κωνσταντά με κατεύθυνση προς Νέα Ιωνία ένα μηχανάκι «με χίλια» κατά πώς θα ‘λεγε κι ο πιτσιρικάς που το «οδηγούσε», χωρίς κράνος βεβαίως. Ο εν λόγω πιτσιρικάς έχει χάσει τον έλεγχο στη στροφή, το μηχανάκι κλυδωνίζεται επικίνδυνα, κόβω τιμόνι όσο δεξιά μπορούσα, ακούω το ABS να μουγκρίζει και καταφέρνει να με ακινητοποιήσει, τουλάχιστον να μην έχουμε αντίθετες ταχύτητες στη σύγκρουση, πρόλαβα να σκεφτώ στα κλάσματα που μεσολάβησαν. Ευτυχώς, ο άγγελος που πετάει πάνω από όλα αυτά τα άμυαλα παιδιά έβαλε το χέρι του, το μηχανάκι σταθεροποιήθηκε («μαγκιά μου!», είμαι βέβαιος ότι θα είπε ο πιτσιρίκος, διηγούμενος αργότερα «τη φάση» στους συν-άμυαλους φίλους του) και πέρασε στους 50 πόντους από δίπλα μου, σφεντόνα τραβώντας για το ποτάμι… Τράβηξα κι εγώ τον δικό μου δρόμο, σταδιακά συνερχόμενος και σκεφτόμενος πόσο κρίμα, πόσο πραγματικά κρίμα είναι να ρισκάρει έτσι τη ζωή του ένας νέος άνθρωπος, για μια γκαζιά – διότι αν η σύγκρουση δεν αποφεύγονταν εγώ θα πάθαινα σίγουρα κάτι σοβαρό (έρχονταν απ’ τ΄ αριστερά, βέβαια) αλλά αυτουνού οι πιθανότητες επιβίωσης ήταν πραγματικά πολύ μικρές.
            Δεν ξέρω τι φταίει, δεν ξέρω πια τι πρέπει να γίνει, κάποτε, νεώτερος, έκανα διαλέξεις οδικής ασφάλειας και κυκλοφοριακής αγωγής σε αμφιθέατρα, πήγαινα σε σχολεία, τα σχολεία με καλούσαν, μιλούσα στους φοιτητές μου στο Πανεπιστήμιο, νόμιζα ότι έκανα κάτι, κάτι ελάχιστο, ένα λιθαράκι. Τίποτε δεν έκανα, τίποτε δεν γίνεται, ούτε ο φόβος του Διοικητή Δημήτρη Κατσίκα βοήθησε πολύ, το κράνος, αν – σπανίως – υπάρχει επειδή ο μπαμπάς και η μαμά το αγόρασαν, συνεχίζει να είναι εξάρτημα βραχίονα για τους «μηχανόβιους» μεταξύ 12 και 25 ετών, για τους οποίους, επίσης, κανείς δεν αισθάνεται «υπεύθυνος». Από ‘κει κι απάνω κάτι γίνεται, φαίνεται ότι όσο «πήζει το μυαλό» τόσο περισσότερο και οι Έλληνες αντιλαμβάνονται ότι πρέπει να το προστατεύουν με κάποιον τρόπο.
            Αυτά, ευκαιρίας δοθείσης, που λένε.
         Και κάτι ακόμα, πάλι οδηγώντας – πολύ αυτοκίνητο μού ‘χει πέσει τελευταία, δυστυχώς. Εκείνο το παρκάκι, στα παλιά «Κύματα», στο παλιό Γκριν Παρκ, εκεί που είναι η πιάτσα των ΤΑΞΙ και μία θεός-να-την-κάνει παιδική χαρά, το κοιτάζει κανείς άραγε; Θέλω να πω, βλέπω τέτοιο σκουπιδαριό εκεί πίσω απ’ την Στάση του ΚΤΕΛ και απορώ, αφ’ ενός ποιος είναι υπεύθυνος γι’ αυτό το χάλι και αφ’ ετέρου γιατί κανείς, ο Δήμος π.χ., δεν το συμμαζεύει. Ο Δήμος. Ο Δήμος Βόλου, που μαζεύει τα απορρίμματα στον Βόλο αλλά όχι στην Νέα Ιωνία, τι τρελό είναι πάλι κι ετούτο; Και πάλι ευκαιρίας δοθείσης: πριν μια βδομάδα άρπαξε φωτιά ο μπλε κάδος της γωνίας του σπιτιού μου και δεν έσβηνε παρά το νερό που του έριχνε με μάνικα επί ώρα ο γιος μου, στο τέλος κάλεσα την Πυροσβεστική. Πριν τρεις μέρες συνέβη το ίδιο κοντά στον Άναυρο. Επειδή ούτε σε θαύματα (αυτανάφλεξη) ούτε σε τρομοκράτες (εμπρησμός) πιστεύω, μήπως πρέπει κάποιοι να προσέχουν πάρα πολύ πού πετάνε τις στάχτες απ’ τα τζάκια και τις σόμπες;
         Αυτά, οριστικά. Και Χρόνια Πολλά σε όοοοολους τους Νικολάδες και όοολες τις (πολύ λιγότερες) Νικολέτες. Γεια σας.
(δημοσιεύτηκε στην βολιώτικη "Θεσσαλία" την Τετάρτη 05.12.2012)

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου